ἱκεταδόκος

ἱκετᾱδόκος, ον,
A receiving suppliants,

σκοπή A.Supp.713

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ικεταδόκος — ἱκεταδόκος, ον (Α) αυτός που δέχεται τους ικέτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱκέτης / ἱκέτᾱς + δοκος (< δέχομαι), πρβλ. θεωρο δόκος, ξενο δόκος] …   Dictionary of Greek

  • ἱκεταδόκος — receiving suppliants masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεταδόκου — ἱκεταδόκος receiving suppliants masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικέτης — ο, θηλ. ικέτιδα και ικέτις (ΑΜ ἱκέτης, θηλ. ἱκέτις, ιδος) αυτός που κατάφεύγει σε κάποιον και ζητά βοήθεια και προστασία νεοελλ. αυτός που παρακαλεί θερμά κάποιον, αυτός που εκλιπαρεί αρχ. αυτός που παρακαλεί να εξαγνιστεί από κάποιο φόνο τον… …   Dictionary of Greek

  • ικετοδόχος — ον (Μ) ο ικεταδόκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱκέτης + δόχος (< δέχομαι), πρβλ. ξενο δόχος, οινο δόχος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.